μπαρόμουτρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπαρόμουτρο < μπαρ + μούτρο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπαρόμουτρο αρσενικό

  1. συνηθέστερα ο κατεργάρης που συχνάζει στα μπαρ
  2. άνθρωπος γενικά νυκτόβιος που συχνάζει στα μπαρ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]