μπασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μπασμένος μπασμένη μπασμένο
γενική μπασμένου μπασμένης μπασμένου
αιτιατική μπασμένο μπασμένη μπασμένο
κλητική μπασμένε μπασμένη μπασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μπασμένοι μπασμένες μπασμένα
γενική μπασμένων μπασμένων μπασμένων
αιτιατική μπασμένους μπασμένες μπασμένα
κλητική μπασμένοι μπασμένες μπασμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μπάζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μπασμένος, -η, -ο

  1. που έχει μπει, που τον έχουν βάλει κάπου
  2. (κατ’ επέκταση) κατατοπισμένος, πληροφορημένος, μυημένος, έμπειρος
  3. (μεταφορικά) μικροκαμωμένος, μικρόσωμος
  4. (μεταφορικά) (κατ’ επέκταση) (μειωτικά) καχεκτικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]