μπαστούνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπαστούνι μπαστούνια
γενική μπαστουνιού μπαστουνιών
αιτιατική μπαστούνι μπαστούνια
κλητική μπαστούνι μπαστούνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μπαστούνι < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μπαστούνι ουδέτερο

  1. ραβδί για την υποβοήθηση της βάδισης
  2. ένα από τα χρώματα της τράπουλας (♠)

Εκφράσεις[]

  • τα βρήκε μπαστούνια - βρέθηκε αντιμέτωπος με μια δύσκολη υπόθεση

32πχ Μεταφράσεις[]