μπαστούνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπαστούνι μπαστούνια
γενική μπαστουνιού μπαστουνιών
αιτιατική μπαστούνι μπαστούνια
κλητική μπαστούνι μπαστούνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπαστούνι < μσν}} <μπαστούνι(ν), βενέτ. bastun

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπαστούνι ουδέτερο

  1. ραβδί για την υποβοήθηση της βάδισης, μεγεθυντικό μπαστούνα
  2. ένα από τα χρώματα της τράπουλας (♠)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τα βρήκε μπαστούνια - βρέθηκε αντιμέτωπος με μια δύσκολη υπόθεση

Παροιμία[επεξεργασία]

  • «δυο άκρες έχει το μπαστούνι, μια του μουσαφίρη και μια του νοικοκύρη».

ρήση[επεξεργασία]

«πάταξον μέν άκουσον δε»

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]