μπαταρία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : μπαταριά

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπαταρία μπαταρίες
γενική μπαταρίας μπαταριών
αιτιατική μπαταρία μπαταρίες
κλητική μπαταρία μπαταρίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπαταρία < ιταλική bataria

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπαταρία θηλυκό

  1. (μηχανολογία): μέσο αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας που τροφοδοτεί με ηλεκτρισμό μηχανές ή συσκευές, ο ηλεκτρικός συσσωρευτής
    φορτίζω τη μπαταρία του κινητού μου επειδή άδειασε
    το αυτοκίνητό μου έμεινε από μπαταρία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ηλεκτρική στήλη
  2. αναμικτική βρύση, αναμεικτική βρύση, υδατομίκτης-υδατομείκτης, μίκτης-μείκτης νερού, διπολική βρύση, βρύση ζεστού / κρύου νερού-ύδατος (μίας ή δύο οπών [αναφέρουμε τον αριθμό των εμφανών οπών εισόδου])
    είτε σπανίως σύστημα ξεχωριστών βρύσεων, είτε ενιαίο σύστημα δύο περιστροφικών χερουλιών, είτε με ένα μοχλικό χερούλι που συνδυάζει ποσοστά των δύο πόλων

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • (μεταφορικά) γεμίζω τις μπαταρίες μου: ξεκουράζομαι και αναζωογονούμαι
    ευτυχώς που μετά από τόση δουλειά ήρθαν οι διακοπές και θα μπορέσουμε να γεμίσουμε τις μπαταρίες μας

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]