μπαταριά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : μπαταρία

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπαταριά μπαταριές
γενική μπαταριάς μπαταριών
αιτιατική μπαταριά μπαταριές
κλητική μπαταριά μπαταριές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπαταριά < τουρκική batarya < ιταλική batteria (συστοιχία κανονιών) < λατινική battuo (χτυπώ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπαταριά θηλυκό

  1. ταυτόχρονοι ή και συνεχόμενοι πυροβολισμοί, ομοβροντία
    τους ξέκανε με μια μπαταριά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]