Μετάβαση στο περιεχόμενο

μπατζάκι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπατζάκι τα μπατζάκια
      γενική του μπατζακιού των μπατζακιών
    αιτιατική το μπατζάκι τα μπατζάκια
     κλητική μπατζάκι μπατζάκια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μπατζάκι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική باجاق (bacaḳ) (πόδι) < πρωτοτουρκική ενώ η κοινώς χρησιμοποιούμενη λέξη στα τουρκικά για το μπατζάκι είναι paça

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μπατζάκι ουδέτερο

  1. κάθε ένα από τα σκέλη ενός παντελονιού
      γλιστρούσανε χαϊδεύοντας όλο της το σταυρωμένο επίσης πόδι μέχρι το σημείο όπου το μπατζάκι της απόληγε αφήνοντας εκτεθειμένο λίγο λευκό δέρμα του ποδιού πριν απ' τα μαύρα της μποτάκια, και χάιδευε το ακάλυπτο σημείο του ποδιού της ή κατέβαζε ανεπαισθήτως λίγο το μπατζάκι της. (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)
      Τό μακρύ μπατζάκι ἦταν μέ κλος καί φιόγκους, ἀλλά αὐτό δέ μοῦ φάνηκε καθόλου περίεργο , διότι τέτοιους χίπηδες ἔχουμε ἀρκετούς (Αθανάσιος Μπαλέρμπας, Το ημερολόγιο ενός βαρυποινίτη, 1980, σελ. 251)
     συνώνυμα: μπατζακλίκι (παρωχημένο)
  2. (παρωχημένο) πόδι (από την παλαιά τουρκική λέξη)
      «Κάθε αρνί από το μπατζάκι ντου κρέμεται . – Ὅτι ἕκαστος εὐθύνεται διὰ τὰς πράξεις του» (Θρακικά, 1929, τριμηνιαίον επιστημονικόν σύγγραμμα ιδρυθέν και εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις «Θρακικού Κέντρου»", Τόμος 2, 1929, σελ. 165)

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]