μπαχαρικό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπαχαρικό μπαχαρικά
γενική μπαχαρικού μπαχαρικών
αιτιατική μπαχαρικό μπαχαρικά
κλητική μπαχαρικό μπαχαρικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπαχαρικό < αραβική بهار (bahār)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπαχαρικό ουδέτερο

  • μαγειρικό καρύκευμα που αρωματίζει και νοστιμεύει το φαγητό, π.χ. το πιπέρι, η κανέλλα, το κύμινο, το μοσχοκάρυδο κτλ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]