Μετάβαση στο περιεχόμενο

μπαϊπάς

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μπαϊπάς < αγγλική bypass < by +‎ pass

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μπαϊπάς ουδέτερο άκλιτο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]