μπεκερέλ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μπεκερέλ < (λόγιο δάνειο) γαλλική becquerel < από το όνομα του γάλλου φυσικού Ανρί Μπεκερέλ (Antoine Henri Becquerel) που ανακάλυψε τη φυσική ραδιενέργεια
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /be.ceˈɾel/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μπε‐κε‐ρέλ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μπεκερέλ ουδέτερο άκλιτο
- μονάδα μέτρησης της ραδιενέργειας· ισούται με μια διάσπαση ανά δευτερόλεπτο
- συμβολίζεται με το Bq
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- μπεκερέλ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- μπεκερέλ - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις από ανθρωπωνύμια (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Μονάδες μέτρησης (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)