μπεκερέλ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μπεκερέλ ουδέτερο άκλιτο
- μονάδα μέτρησης της ραδιενέργειας· ισούται με μια διάσπαση ανά δευτερόλεπτο, συμβολίζεται με το Bq