Μετάβαση στο περιεχόμενο

μπεκερέλ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μπεκερέλ < (λόγιο δάνειο) γαλλική becquerel < από το όνομα του γάλλου φυσικού Ανρί Μπεκερέλ (Antoine Henri Becquerel) που ανακάλυψε τη φυσική ραδιενέργεια

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /be.ceˈɾel/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μπεκερέλ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μπεκερέλ ουδέτερο άκλιτο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]