μπεκιάρης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπεκιάρης μπεκιάρηδες
γενική μπεκιάρη μπεκιάρηδων
αιτιατική μπεκιάρη μπεκιάρηδες
κλητική μπεκιάρη μπεκιάρηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπεκιάρης < τουρκική bekâr < αραβική بكر (bakāra, «παρθένα») ή < περσική بی‌کار (bikâr, «άνεργος»)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπεκιάρης αρσενικό

  • άγαμος άντρας
    Ήτανε κἀτι να 'σαι τραπεζιτικός, ξεχώριζες μέσα στην κοινωνία, λογαριαζόσουνα γαμπρός αν ήσουνα μπεκιάρης. (Κ. Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, Αθήνα 1963)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]