μπεκρής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μπεκρής οι μπεκρήδες
      γενική του μπεκρή των μπεκρήδων
    αιτιατική τον μπεκρή τους μπεκρήδες
     κλητική μπεκρή μπεκρήδες
Κατηγορία όπως «μπαλωματής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπεκρής < (άμεσο δάνειο) τουρκική bekri < αραβική

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπεκρής αρσενικό (θηλυκό μπεκρού και μπέκρω)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

περαιτέρω ανάγνωση[επεξεργασία]

  • Giese, F., “Bekrī Muṣṭafā Ag̲h̲a”, in: Encyclopaedia of Islam, Second Edition, Edited by: P. Bearman, Th. Bianquis, C.E. Bosworth, E. van Donzel, W.P. Heinrichs.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]