μπερές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μπερές οι μπερέδες
      γενική του μπερέ των μπερέδων
    αιτιατική τον μπερέ τους μπερέδες
     κλητική μπερέ μπερέδες
Κατηγορία όπως «καφές» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Μπερές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπερές < γαλλική béret < berret < μεσαιωνικό λατινικό birretum < από αρχαιότερο λατινικό birrus >στα ελληνικά του Βυζαντίου αποδόθηκε ως βίρρος (μανδύας με κουκούλα για τη βροχή)


Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπερές αρσενικό

  1. είδος μαλακού καπέλου, στρογγυλού σχήματος που φοριέται συνήθως λίγο στραβά και είναι αρκετά συνηθισμένο σε διάφορα εθνικά στρατεύματα -κατά κανόνα στο πεζικό
    Οι Πράσινοι Μπερέδες (ταινία του 1968)

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Υποκοριστικά[επεξεργασία]

===Δείτε επίσης

Μεταφράσεις[επεξεργασία]