μπερμπάντης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μπερμπάντης οι μπερμπάντηδες
      γενική του μπερμπάντη των μπερμπάντηδων
    αιτιατική τον μπερμπάντη τους μπερμπάντηδες
     κλητική μπερμπάντη μπερμπάντηδες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπερμπάντης < ιταλική birbante (απατεώνας)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπερμπάντης αρσενικό

  1. άνδρας με ασταθή κι έντονη ερωτική ζωή που επιδιώκει να δημιουργεί πολλές ερωτικές σχέσεις με γυναίκες, ο γυναικάς
  2. ο έξυπνος και καπάτσος άνθρωπος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]