μπεσαλής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπεσαλής μπεσαλήδες
γενική μπεσαλή μπεσαλήδων
αιτιατική μπεσαλή μπεσαλήδες
κλητική μπεσαλή μπεσαλήδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπεσαλής < μπέσα + -αλής < αλβανική besa (αόριστη μορφή του besë) < πρωτοαλβανική *baitši < *baidā < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰeydʰ-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπεσαλής αρσενικό (μπεσαλού θηλυκό)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]