μπιζουδάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπιζουδάκι μπιζουδάκια
γενική
αιτιατική μπιζουδάκι μπιζουδάκια
κλητική μπιζουδάκι μπιζουδάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπιζουδάκι < μπιζού + κατάληξη υποκοριστικού -άκι < γαλλική bijou

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπιζουδάκι ουδέτερο

  1. μικρό κόσμημα
  2. κάτι μικρό και κομψό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]