μπλέκομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπλέκομαι < παθητική φωνή του ρήματος μπλέκω

Ρήμα[επεξεργασία]

μπλέκομαι, παθητική μετοχή μπλεγμένος

  1. επεμβαίνω σε υποθέσεις που δεν με αφορούν
  2. ανακατεύομαι


Μεταφράσεις[επεξεργασία]