μπλέκομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπλέκομαι < παθητική φωνή του ρήματος μπλέκω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μπλέκομαι, παθητική μετοχή μπλεγμένος

  1. επεμβαίνω σε υποθέσεις που δεν με αφορούν
  2. ανακατεύομαι


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]