μπλοκαρισμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μπλοκαρισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου μπλοκάρω
Μετοχή
[επεξεργασία]μπλοκαρισμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη μπλοκάρω
μπλοκαρισμένος, -η, -ο