μπολ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπολ < αγγλική bowl

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπολ ουδέτερο άκλιτο

  1. ημισφαιρικό κεραμικό, πορσελάνινο ή γυάλινο αγγείο, σχετικά μικρό, για το σερβίρισμα π.χ. του παγωτού
  2. στρογγυλό ή τετράγωνο πλαστικό ή γυάλινο δοχείο με καπάκι για τη φύλαξη φαγητού στο ψυγείο

Άλλες γραφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]