Μετάβαση στο περιεχόμενο

μπολεύω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μπολεύω < αρχαία ελληνική πολεύω  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

μπολεύω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]