μπολσεβίκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μπολσεβίκος οι μπολσεβίκοι
      γενική του μπολσεβίκου των μπολσεβίκων
    αιτιατική τον μπολσεβίκο τους μπολσεβίκους
     κλητική μπολσεβίκε μπολσεβίκοι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπολσεβίκος < ρωσική большевик < большинство (μπολσβινστβό, πλειοψηφία)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bɔ.lsɛ.ˈvi.kɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπολσεβίκος αρσενικό

  1. (ιστορία) οπαδός του μπολσεβικισμού, αυτός που ανήκει στην πτέρυγα της πλειοψηφίας του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος που διασπάστηκε το 1903
     αντώνυμα: μενσεβίκος
  2. ο κομουνιστής
  3. ο άνθρωπος που είναι επαναστατικής ιδιοσυγκρασίας, που ρέπει σε ριζικές επαναστατικές λύσεις, ο ατίθασος, ο ζωηρός
     συνώνυμα: αντάρτης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]