μποναμά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

μποναμά αρσενικό

  1. μποναμάς, στη γενική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού