Μετάβαση στο περιεχόμενο

μποξεράκι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μποξεράκι τα μποξεράκια
      γενική
    αιτιατική το μποξεράκι τα μποξεράκια
     κλητική μποξεράκι μποξεράκια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μποξεράκι < μπόξερ + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μποξεράκι ουδέτερο

  1. (ενδυμασία) μικρό ανδρικό εσώρουχο
  2. (θηλαστικό ζώο) μικρό σκυλάκι ράτσας μπόξερ

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]