μπουγάδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μπουγάδα οι μπουγάδες
      γενική της μπουγάδας των μπουγάδων
    αιτιατική την μπουγάδα τις μπουγάδες
     κλητική μπουγάδα μπουγάδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπουγάδα < (άμεσο δάνειο) βενετική bugada

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπουγάδα θηλυκό (πληθυντικός : μπουγάδες)

το πρόγραμμα έχει μπουγάδα για σήμερα
άπλωσε τη μπουγάδα της στην ταράτσα του γείτονα κι έγινε καβγάς

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]