μπουγάδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπουγάδα μπουγάδες
γενική μπουγάδας μπουγάδων
αιτιατική μπουγάδα μπουγάδες
κλητική μπουγάδα μπουγάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μπουγάδα < βενετική bugada

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μπουγάδα θηλυκό (πληθυντικός : μπουγάδες)

το πρόγραμμα έχει μπουγάδα για σήμερα
άπλωσε τη μπουγάδα της στην ταράτσα του γείτονα κι έγινε καβγάς

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]