μπουγαδοκόφινο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπουγαδοκόφινο τα μπουγαδοκόφινα
      γενική του μπουγαδοκόφινου των μπουγαδοκόφινων
    αιτιατική το μπουγαδοκόφινο τα μπουγαδοκόφινα
     κλητική μπουγαδοκόφινο μπουγαδοκόφινα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις μπουγάδα και κοφίνι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπουγαδοκόφινο ουδέτερο

  1. κοφίνι στο οποίο συγκεντρώνονται τα προς πλύση ρούχα, στη συνέχεια μεταφέρονται στο άπλωμα για στέγνωμα και ακολούθως για σιδέρωμα.
    το μπουγαδοκόφινο είναι ελαφράς κατασκευής κοφίνι αντοχής μέχρι 20 κιλών για οικιακή χρήση

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • της μάνας σου το μπουγαδοκόφινο: ήπιας μορφής προσωπική βρισιά

Μεταφράσεις[επεξεργασία]