μπουζού

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπουζού μπουζούδες
γενική μπουζούς μπουζούδων
αιτιατική μπουζού μπουζούδες
κλητική μπουζού μπουζούδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπουζού: Έχει προταθεί: < γενοβέζικο borsu / ιταλικά borsa (πουγκί, δερμάτινο σακούλι) < λατινικά bursa/byrsa (δέρμα) < αρχαία ελληνική βύρσα (δέρμα· πβ. βυρσοδεψία) (αντιδάνειο). Έχει προταθεί επίσης: < μεσαιωνική ελληνική μπουζουνάρα < *μπουζουνάρι < *υποζωνάριον· πβ. αρωμουνικά buzunar (τσέπη).

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπουζού θηλυκό

  1. (οικείο) (λαϊκότροπο) η φυλακή
  2. (παρωχημένο) (μεγάλη) τσέπη
  3. (παρωχημένο) κρυψώνα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]