Μετάβαση στο περιεχόμενο

μπουκάλι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπουκάλι τα μπουκάλια
      γενική του μπουκαλιού των μπουκαλιών
    αιτιατική το μπουκάλι τα μπουκάλια
     κλητική μπουκάλι μπουκάλια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
ένα μπουκάλι (1) γεμάτο νερό
ένα άδειο μπουκάλι (1)

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μπουκάλι < βενετική bocal < υστερολατινική baucalis < ελληνιστική κοινή βαύκαλις (αντιδάνειο) < αρχαία αιγυπτιακή [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /buˈka.li/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μπουκάλι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μπουκάλι ουδέτερο

  1. δοχείο από γυαλί ή πλαστικό που έχει στενό λαιμό και που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη, μεταφορά ή το σερβίρισμα κάποιου υγρού (νερό, λάδι, κρασί κ.λπ.)
    παράδειγμα  αγόρασα κι ένα μπουκάλι κρασί χθες
      Ύστερα με ρώτησε αν είχα κάτι να πιει. -Τζιν τόνικ, ας πούμε. Δεν είναι δυνατόν να μην έχετε τζιν και τόνικ σ' ένα σπίτι σαν αυτό... - Ο Μαρκ εγώ πίνουμε πότε πότε τζιν, άρα μπορεί να υπάρχει ένα μπουκάλι, γι'αυτόν τον λόγο κι όχι επειδή «σ'ένα σπίτι σαν αυτό» πρέπει να υπάρχει τζιν. (Νίνο Χαρατισβίλι, Κοφτερή αγάπη, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Μεταίχμιο, 2013)
  2. (συνεκδοχικά) το περιεχόμενο του παραπάνω δοχείου
    παράδειγμα  πόσα μπουκάλια μπίρα ήπιατε χθες;

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]