μπουκαπόρτα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπουκαπόρτα μπουκαπόρτες
γενική μπουκαπόρτας
αιτιατική μπουκαπόρτα μπουκαπόρτες
κλητική μπουκαπόρτα μπουκαπόρτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπουκαπόρτα < ιταλική boccaporta (boccaporto) < bocca + porta

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπουκαπόρτα θηλυκό

  1. άνοιγμα για τη φόρτωση του πλοίου στο πλευρά του σκάφους ή σε άλλο σημείο του
  2. σχετικά μικρό πλευρικό άνοιγμα, σε παλιότερα πολεμικά πλοία, από το οποίο προέβαλαν τα κανόνια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]