μπουκιά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | μπουκιά | οι | μπουκιές |
| γενική | της | μπουκιάς | των | μπουκιών |
| αιτιατική | την | μπουκιά | τις | μπουκιές |
| κλητική | μπουκιά | μπουκιές | ||
| Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μπουκιά θηλυκό (& βουκιά)
- μέρος τροφής που αντιστοιχεί στη χωρητικότητα του στόματος και που καταπίνουμε μονομιάς
- ※ Ὁ Πανάγος ἔφαγε μὲ ὄρεξη, πλαταγίζοντας τὴ γλώσσα, κατεβάζοντας μὲ θόρυβο μπουκιὲς ἀπανωτές. Ὅταν τέλειωσε, σκούπισε τὰ μουστάκια του μὲ τὴν ξανάστροφη τῆς παλάμης του καὶ κοίταξε τὴ Βαγγελιώ.. (Μ. Καραγάτσης, Ο Κοτζαμπάσης του Καστρόπυργου: μυθιστόρημα, 1982, σελ. 164)
- ≈ συνώνυμα: βλωμός, βούκα
- (μεταφορικά) πολύ μικρή ποσότητα
- ※ Παιδιά δεν είχε, σκυλιά δεν είχε, μια μπουκιά φαΐ έτρωγε. (Λεία Χατζοπούλου-Καραβία, Οι συννυφάδες)
- (μεταφορικά) μικρόσωμος
Συγγενικά
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- με την μπουκιά στο στόμα: δείχνει μεγάλη βιασύνη
- μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα μη λες
- μια μπουκιά άνθρωπος
- μπουκιά και συχώριο: λέγεται για κάτι πάρα πολύ νόστιμο ή θελκτικό (συχώριο διότι α: το ωραίο φαγητό ελαττώνει τους ψυχικούς πόνους του καλοφαγά όμως όσο τρώει, εναλλακτικά β: διότι απ' το ωραίο φαγητό τρως πολύ κι αυτό με στατιστικά δεδομένα επιβαρύνει την υγεία και μειώνει την διάρκεια ζωής)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ιά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα βενετικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)