μπουκιά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπουκιά μπουκιές
γενική μπουκιάς μπουκιών
αιτιατική μπουκιά μπουκιές
κλητική μπουκιά μπουκιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπουκιά < μπούκα + -ιά < βενετική buca (στόμιο, άνοιγμα) & boca (στόμα) < λατινική bucca (μάγουλο) < κελτικά. Δείτε και τη μεσαιωνική βουκιά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπουκιά θηλυκό (& βουκιά)

  1. μέρος τροφής που αντιστοιχεί στη χωρητικότητα του στόματος και που καταπίνουμε μονομιάς
    συνώνυμα: βλωμός, βούκα
  2. (μεταφορικά) πολύ μικρή ποσότητα
  3. (μεταφορικά) μικρόσωμος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]