μπουκώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπουκώνω < μπούκα + -ώνω

Ρήμα[επεξεργασία]

μπουκώνω

  1. παραγεμίζω το στόμα με τροφή
  2. (μεταβατικό) παραγεμίζω έναν κινητήρα με καύσιμο, κάτι που προκαλεί το σταμάτημά του
    μην ανοίγεις πολύ το γκάζι, όταν κατεβάζεις τη μανιβέλα, γιατί θα το μπουκώσεις

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]