μπουλούκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπουλούκι τα μπουλούκια
      γενική του μπουλουκιού των μπουλουκιών
    αιτιατική το μπουλούκι τα μπουλούκια
     κλητική μπουλούκι μπουλούκια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπουλούκι < αλβανική buluk + [1] ή απευθείας < τουρκική bölük (στρατιωτικό σώμα ατάκτων) < bölmek (μοιράζω, διανέμω)[2] Διαφορετικής ετυμολογίας το μπουλούκος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπουλούκι ουδέτερο

  1. ασύντακτη ομάδα ατόμων
  2. περιοδεύων θίασος στην επαρχία

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. «μπουλούκι» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.