Μετάβαση στο περιεχόμενο

μπουντρούμι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπουντρούμι τα μπουντρούμια
      γενική του μπουντρουμιού των μπουντρουμιών
    αιτιατική το μπουντρούμι τα μπουντρούμια
     κλητική μπουντρούμι μπουντρούμια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μπουντρούμι (αντιδάνειο) < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική پودروم (bodrum, podrum, υπόγειο) (> τουρκική bodrum[1]) + , και ανύψωση [o > u] από επίδραση του χειλικού [b][2] < μεσαιωνική ελληνική ἱππόδρομος < ελληνιστική κοινή ἱππόδρομος (διότι ο ιππόδρομος είχε υπόγεια για τα θηρία)[2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /buˈdɾu.mi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μπουντρούμι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μπουντρούμι ουδέτερο

  • φυλακή στα υπόγεια ενός κτιρίου αλλά και το ανήλιαγο, πολύ στενόχωρο κελί
    παράδειγμα  Απ’ τα μπουντρούμια κι απ’ την εξορία/νέα του κόσμου ξεκινά η ιστορία (Κωνσταντίνος Καβάφης, "Η ώρα φτάνει")
    παράδειγμα  Τα μπουντρούμια της ΕΑΤ-ΕΣΑ (χώρος εγκλεισμού και βασανισμού στην περίοδο της δικτατορίας)
  • (κατ’ επέκταση) σκοτεινό και στενόχωρο δωμάτιο
    παράδειγμα  Σαν μπουντρούμι είναι εδώ μέσα, μια τρύπα, χωρίς παράθυρο, μέσα στην υγρασία...

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. μπουντρούμι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. 1 2 μπουντρούμι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας