μπουρδέλο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μπουρδέλο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπουρδέλο < … < απώτατης προέλευσης από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή. Συγκρίνετε με το μπορντέλο. → δείτε περισσότερα στο ιταλικό bordello
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /buɾˈðe.lo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μπουρ‐δέ‐λο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μπουρδέλο ουδέτερο
- (λαϊκότροπο) ο οίκος ανοχής
- (μεταφορικά) η ακαταστασία, το χάος
Έγινε μπουρδέλο η κατάσταση.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]από θέμα μπουρδελ- και μπορντελ-
Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
μπουρδέλο στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μπουρδέλο
|
→ δείτε τους όρους οίκος ανοχής και ακαταστασία |
Πηγές
[επεξεργασία]- μπορντέλο, μπουρδέλο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- μπουρδέλο, μπορντέλο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- bordello#Italian στο αγγλικό Βικιλεξικό για την ετυμολογία
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μπουρδέλο < (άμεσο δάνειο) βενετική bordelo με αλλαγή [o] > [u] λόγω της παρουσίας του [b][1] < παλαιά γαλλική bordel < … < απώτατης προέλευσης από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή → δείτε περισσότερα στο ιταλικό bordello
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇒ νέα ελληνικά: μπουρδέλο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μπουρδέλο ουδέτερο
- ο οίκος ανοχής, το πορνείο
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- μπορδέλο (στο λεξικό του Somavera)
- μπουρδέλι(ν)
- μπουρδελιό (στο λεξικό του Somavera)
- μπουρδέλλω (στο λεξικό του Meursius)
- πουρδέλι(ν)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μπορντέλο, μπουρδέλο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Πηγές
[επεξεργασία]- μπουρδέλο, μπουρδέλιν - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα βενετικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά λατινικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα βενετικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα βενετικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα παλαιά γαλλικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά λατινικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)