Μετάβαση στο περιεχόμενο

μπουρδέλο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπουρδέλο τα μπουρδέλα
      γενική του μπουρδέλου των μπουρδέλων
    αιτιατική το μπουρδέλο τα μπουρδέλα
     κλητική μπουρδέλο μπουρδέλα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Πίνακας του Χοσέ Κλεμέντε Ορόσκο με τίτλο «En el burdel», «Στο μπουρδέλο»

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μπουρδέλο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπουρδέλο < < απώτατης προέλευσης από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή. Συγκρίνετε με το μπορντέλο.  δείτε περισσότερα στο ιταλικό bordello

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /buɾˈðe.lo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μπουρδέλο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μπουρδέλο ουδέτερο

  1. (λαϊκότροπο) ο οίκος ανοχής
  2. (μεταφορικά) η ακαταστασία, το χάος
    παράδειγμα  Έγινε μπουρδέλο η κατάσταση.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

από θέμα μπουρδελ- και μπορντελ-

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μπουρδέλο < (άμεσο δάνειο) βενετική bordelo με αλλαγή [o] > [u] λόγω της παρουσίας του [b][1] < παλαιά γαλλική bordel < < απώτατης προέλευσης από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή  δείτε περισσότερα στο ιταλικό bordello
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: μπουρδέλο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μπουρδέλο ουδέτερο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]