μπουρδέλο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπουρδέλο μπουρδέλα
γενική μπουρδέλου μπουρδέλων
αιτιατική μπουρδέλο μπουρδέλα
κλητική μπουρδέλο μπουρδέλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπουρδέλο < ιταλική bordello < portello

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /buɾ.ˈðɛ.lɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπουρδέλο, μπορδέλο, μπορντέλο ουδέτερο

  1. ο οίκος ανοχής
  2. (μεταφορικά) η ακαταστασία
    έγινε μπουρδέλο η κατάσταση

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  • Σημείωση: Στα ιταλικά portello σημαίνει πορτάκι, πορτούλα & στην προκειμένη περίπτωση εννοείται η ξεχωριστή & μικρότερη πόρτα που πρέπει να έχει σύμφωνα με τον ιταλικό νόμο ο οίκος ανοχής στην είσοδο, αν βρίσκεται σε πολυκατοικία.