μπουρούχα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μπουρούχα οι μπουρούχες
      γενική της μπουρούχας των μπουρούχων
    αιτιατική την μπουρούχα τις μπουρούχες
     κλητική μπουρούχα μπουρούχες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπουρούχα < ισπανική bruja (μάγισσα, άσχημη γυναίκα)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπουρούχα θηλυκό

  1. (μειωτικό) γυναίκα άσχημη και όχι πολύ εύστροφη
    δεν φτάνει που μπλέκει συνέχεια με μπουρούχες, μας τις φέρνει, κιόλας, και μας τις μοστράρει για γκόμενες
  2. (μεταφορικά) μηχάνημα παλαιάς τεχνολογίας και αργό
    μ' αυτή τη μπουρούχα που έχουμε δεν προλαβαίνουμε να τα φτιάξουμε όλα σε μια βδομάδα
  3. (κατ' επέκταση) οτιδήποτε αργό, παλαιάς τεχνολογίας ή χαλασμένο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]