μπουτονιέρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπουτονιέρα μπουτονιέρες
γενική μπουτονιέρας
αιτιατική μπουτονιέρα μπουτονιέρες
κλητική μπουτονιέρα μπουτονιέρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπουτονιέρα < γαλλική boutonnière

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπουτονιέρα θηλυκό

  1. κουμπότρυπα στην οποία βάζουν λουλούδι ή κόσμημα
  2. (ειδικότερα) το ίδιο το λουλούδι ή το κόσμημα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]