Μετάβαση στο περιεχόμενο

μποϋκόττ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μποϋκόττ < μποϊκότ, μη απλοποιημένη μεταγραφή για τη γερμανική Boykott (όπως στο παράθεμα) ή από την γαλλική boycott

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μποϋκόττ ουδέτερο άκλιτο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]