μπούγιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπούγιο μπούγια
γενική μπούγιου μπούγιων
αιτιατική μπούγιο μπούγια
κλητική μπούγιο μπούγια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπούγιο < ιταλική buio

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπούγιο ουδέτερο

  1. μεγάλος όγκος, συνήθως ανθρώπων, συνωστισμός
    η διαδήλωση ήταν ένα μπούγιο ανθρώπων
  2. (μεταφορικά) κάτι που γίνεται σε μεγάλο βαθμό ή/και χωρίς ιδιαίτερο σκοπό πέραν του εντυπωσιασμού
    φέρε και τους φίλους σου για μπούγιο
    Από κει έμπαινε κ' έβγαινε το εμπόρευμα, χωρίς μπούγιο και φασαρία, σα να γινόταν λαθρεμπόριο. (Δημήτρης Χατζής, Σαμπεθάι Καμπιλής (Το τέλος της μικρής μας πόλης)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]