Μετάβαση στο περιεχόμενο

μπούζι

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: μπουζί

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μπούζι < (άμεσο δάνειο) τουρκική buz + [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈbu.zi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μπούζι

Επίθετο

[επεξεργασία]

μπούζι άκλιτο

Επίρρημα

[επεξεργασία]

μπούζι

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]