μπούκα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπούκα μπούκες
γενική μπούκας
αιτιατική μπούκα μπούκες
κλητική μπούκα μπούκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπούκα < μεσαιωνική ελληνική μπούκα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπούκα θηλυκό

  1. (όπλα) το στόμιο, η οπή και το άνοιγμα, το άκρο της κάννης
    η μπούκα του τουφεκιού, του κανονιού
  2. (παρωχημένο) σήραγγα
    ανοίξανε μπούκα στο πηγάδι
    δουλεύει στις μπούκες του Λαυρίου
  3. (λαϊκότροπο) η εκβολή ενός ποταμού
  4. (αργκό) το στόμιο ή το κύριο άνοιγμα χώρου ο οποίος ανήκει σε άτομα με τα οποία έχουμε αντιθέσεις
  5. (αργκό) η έφοδος, η ξαφνική και συχνά βίαιη είσοδος σε χώρο που, συνήθως, ανήκει σε αντίπαλους ή παράνομους, το μπουκάρισμα
  6. (ναυτική) η είσοδος και έξοδος ενός λιμανιού
  7. με κεφαλαίο, τοπωνύμιο

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Device of the Palaiologos Dynasty.svg Μεσαιωνική ελληνική (gkm) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπούκα < λατινικό bucca ή καί ενετικό imbocco (είσοδος και στόμα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπούκα ( & μπούκκα & βούκκα & βουκιά & βούκιον & βουκία)

  1. η μπουκιά, η ελάχιστη ποσότητα τροφής που βάζει κάποιος στο στόμα του
  2. πιθανώς τα μάγουλα (αναφέρονται ως βούκκες)
  3. η είσοδος λιμανιού ή όρμου
  4. το πλάτος ενός πλοίου περίπου στη μέση (πιθανόν για να εκτιμάται ο χώρος που καταλαμβάνει ελλιμενιζόμενο και αγγυροβολημένο ή γενικά για να εκτιμάται το μέγεθος και η χωρητικότητά του)