μπούμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μπούμα οι μπούμες
      γενική της μπούμας
    αιτιατική την μπούμα τις μπούμες
     κλητική μπούμα μπούμες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπούμα < ιταλική boma

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπούμα θηλυκό

  1. τραπεζοειδές πανί, το τελευταίο πανί προς την πρύμνη.
  2. ηλεκτροκίνητος περιστροφικός γερανός με βελόνι

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Tο πλωριό γραντί της (καταρτάς) στερεώνεται πάνω στο άλμπουρο με στεφάνια ή άλλο σύστημα. Tο πάνω γραντί (πίκι) στερεώνεται μόνιμα ή με τη δυνατότητα να μαζεύεται πάνω στο πίκι που σχηματίζει με το άλμπουρο γωνία 45° (μοιρών). Tο κάτω γραντί (σκοτάμι) στερεώνεται πάνω στη ράντα (κέρκος). H μπούμα είναι το πιο αποτελεσματικό πανί για τα όρτσα.

Συνώνυμα[επεξεργασία]