μπούσουλας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπούσουλας μπούσουλες
γενική μπούσουλα μπούσουλων
αιτιατική μπούσουλα μπούσουλες
κλητική μπούσουλα μπούσουλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπούσουλας < μεσαιωνική ελληνική μπούσουλας < ιταλική bussola < υστερολατινική buxida < ελληνιστική κοινή πυξίς (αντιδάνειο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπούσουλας αρσενικό

  1. (ναυτικός όρος) η πυξίδα
  2. (μεταφορικά) αυτό που καθοδηγεί, που προσφέρει προσανατολισμό

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • έχασα τον μπούσουλα: έχασα τον προσανατολισμό μου, δεν ήξερα τι να κάνω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]