μπρεζέ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]μπρεζέ άκλιτο
- (γαστρονομία, μαγειρική) μαγειρεμένο κρέας ή πουλερικό σε κατσαρόλα, σε σιγανή φωτιά με την προσθήκη μικρής ποσότητας νερού