μπόλι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπόλι μπόλια
γενική μπολιού μπολιών
αιτιατική μπόλι μπόλια
κλητική μπόλι μπόλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπόλι < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπόλι ουδέτερο

  • κομμάτι από το βλαστό ενός δέντρου που το χρησιμοποιούμε για να μπολιάσουμε ένα άλλο δέντρο


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]