Μετάβαση στο περιεχόμενο

μυθογράφε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

μυθογράφε αρσενικό ή θηλυκό