Μετάβαση στο περιεχόμενο

μυκητιασικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μυκητιασικός η μυκητιασική το μυκητιασικό
      γενική του μυκητιασικού της μυκητιασικής του μυκητιασικού
    αιτιατική τον μυκητιασικό τη μυκητιασική το μυκητιασικό
     κλητική μυκητιασικέ μυκητιασική μυκητιασικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μυκητιασικοί οι μυκητιασικές τα μυκητιασικά
      γενική των μυκητιασικών των μυκητιασικών των μυκητιασικών
    αιτιατική τους μυκητιασικούς τις μυκητιασικές τα μυκητιασικά
     κλητική μυκητιασικοί μυκητιασικές μυκητιασικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μυκητιασικός < μυκητίαση + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική mycosique[1] η μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική mycotic[1])

Επίθετο

[επεξεργασία]

μυκητιασικός

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 μυκητιασικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)