μυλλωμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μυλλωμένος < παθητική μετοχή του μυλλώνω < μύλλα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μυλλωμένος (κυπριακή διάλεκτος)

  1. λιπαρός, αρτύσιμος, μη νηστίσιμος
  2. που έχει άσεμνο, σκωπτικό περιεχόμενο, όπως τα γαμοτράγουδα
    τα μυλλωμένα τραούθκια της νύμφης



32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]