μυλοστέρνα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μυλοστέρνα θηλυκό
- στέρνα που συγκεντρώνεται νερό για την εξυπηρέτηση νερόμυλου
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μυλοστέρνα
|
|