μυλωνού

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μυλωνού μυλωνούδες
γενική μυλωνούς μυλωνούδων
αιτιατική μυλωνού μυλωνούδες
κλητική μυλωνού μυλωνούδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μυλωνού < θηλυκό του μυλωνάς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μυλωνού θηλυκό, πληθυντικός μυλωνούδες

  1. η ιδιοκτήτρια ενός μύλου
  2. (επικρατέστερα) η σύζυγος του μυλωνά
  3. εργάτρια που δουλεύει σε μύλο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]