μυλόλιθος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μυλόλιθος μυλόλιθοι
γενική μυλολίθου
& μυλόλιθου
μυλολίθων
& μυλόλιθων
αιτιατική μυλόλιθο μυλολίθους
& μυλόλιθους
κλητική μυλόλιθε μυλόλιθοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μυλόλιθος < μύλος + λίθος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μυλόλιθος αρσενικό

  1. κυλινδρικός λίθος αλέσματος που χρησιμοποιείται σε μύλο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]