μυριο-
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μυριο- < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μυριο- < αρχαία ελληνική μυριο- < μύριοι / μυρίος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /miɾ.ʝo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μυ‐ριο-
Πρόθημα
[επεξεργασία]μυριο-
- (λαϊκότροπο, λογοτεχνικό, επιτατικό) πρώτο συνθετικό που δίνει στη σύνθετη λέξη τη σημασία ότι αυτό που δηλώνει το δεύτερο συνθετικό γίνεται πολλές φορές, σε μεγάλο βαθμό ή υφίσταται σε πολλά αντίτυπα ή εκδοχές
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μυριο-
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- μυριο- - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- μυριο- - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- Όροι που αρχίζουν με μυρι- — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μυριο- < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μυριο- < μύριοι / μυρίος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /mi.ɾi.o/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μυ‐ρι‐ο-
Πρόθημα
[επεξεργασία]μυριο-
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- Δε σχετίζονται σύνθετα μυρί- όπως μυρίκλητος < μυρίζω (αλείφω με μύρο)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πρόθημα
[επεξεργασία]μυριο-
- (κυριολεκτικό ή επιτατικό) πρώτο συνθετικό που δήλωνε δέκα χιλιάδες ή πάρα πολλές μονάδες από ό,τι όριζε το δεύτερο συνθετικό
- μυριοπλάσιος
- μυριόφιλος
- μυριετής & παράγωγα όπως μυριάκις
- μυρίανδρος
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Προθήματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
- Λογοτεχνικό ύφος (νέα ελληνικά)
- Επιτατικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Προθήματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Επιτατικοί όροι (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Επιτατικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)