μυρμηγκιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μυρμηγκιά οι μυρμηγκιές
      γενική της μυρμηγκιάς των μυρμηγκιών
    αιτιατική τη μυρμηγκιά τις μυρμηγκιές
     κλητική μυρμηγκιά μυρμηγκιές
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μυρμηγκιά < μυρμήγκι + -ιά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μυρμηγκιά θηλυκό

  1. η μυρμηγκοφωλιά και το σύνολο των μυρμηγκιών που ζουν σε αυτή
  2. (μεταφορικά) μεγάλο πλήθος κόσμου
  3. καλοήθες ιογενές εξόγκωμα που προκαλείται στα ανώτερα στρώματα της επιδερμίδας και μεταδίδεται με την επαφή. Ο ιός ανήκει στην οικογένεια των ιών που ονομάζονται HPV human pappillomavirus. Οι μυρμηγκιές συνήθως έχουν το χρώμα του δέρματος και είναι άγριες στην υφή τους. Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας τη μυρμηγκιά την απαντούμε και ως καρναβίτσα, μπασδραβίτσα, γαρδαβίτσα κ.λπ.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]